Η δημοσιονομική ικανότητα των κρατών της Δυτικής Ευρώπης να ανταποκριθούν σε μια νέα ενεργειακή κρίση που θα προκληθεί από τη σύγκρουση στο Ιράν ποικίλλει σημαντικά, με το Βέλγιο, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο να διαθέτουν το μικρότερο περιθώριο ελιγμών, όπως αναφέρεται σε έρευνα της Fitch Ratings. Πολλά κράτη της Δυτικής Ευρώπης βρίσκονταν ήδη πριν από τον πόλεμο σε ευάλωτη δημοσιονομική θέση, ενώ η σύγκρουση στο Ιράν επιτείνει αυτές τις προκλήσεις μέσω υψηλότερου ενεργειακού κόστους, αυξανόμενου πληθωρισμού, ασθενέστερης ανάπτυξης και αυστηρότερων όρων χρηματοδότησης.
Εντός της ΕΕ, τα κράτη που έχουν διατηρήσει ιστορικό δημοσιονομικής σύνεσης στις πρόσφατες κρίσεις – η Κύπρος, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, οι Κάτω Χώρες, η Πορτογαλία και τα περισσότερα σκανδιναβικά κράτη – διαθέτουν, θεωρητικά, το μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο για να ανταποκριθούν, αν και με κάποια μετριοπάθεια, προκειμένου να αποφευχθεί η απότομη επιδείνωση του χρέους και των ελλειμμάτων.
Οι χώρες που κατέγραψαν ελλείμματα κοντά στο 3% τα τελευταία χρόνια, όπως η Γερμανία και η Ισπανία, έχουν περιθώριο να αυξήσουν τις δαπάνες χωρίς να επηρεάσουν σημαντικά την πορεία του δείκτη χρέους, προκειμένου να στηρίξουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η Ισπανία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτών των προσπαθειών, ανακοινώνοντας μέτρα συνολικού ύψους 0,3% του ΑΕΠ.
Οι πρόσθετες δαπάνες της Γερμανίας για την άμυνα και τις επενδύσεις θα συνεχιστούν. Περαιτέρω δημοσιονομικά μέτρα ως αντίδραση στον πόλεμο με το Ιράν θα ασκήσουν περαιτέρω πίεση στο έλλειμμα, αλλά είναι πιθανό να αντισταθμιστούν από εξοικονομήσεις σε άλλους τομείς, καθώς οι εν λόγω δαπάνες θα εμπίπτουν πιθανώς στους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ και στο εθνικό φρένο χρέους. Οι αναλυτές της Fitch θεωρούν ότι οι προκλήσεις για τη Γερμανία σχετίζονται περισσότερο με την ανάπτυξη και με τον τρόπο με τον οποίο η πρόσφατη ενεργειακή κρίση θα επηρεάσει την οικονομία.
Από την άλλη, τα ελλείμματα της Ιταλίας έχουν μειωθεί και κυμαίνονται κοντά στο 3% του ΑΕΠ, αλλά, σε αντίθεση με τη Γερμανία ή την Ισπανία, το υψηλό χρέος και το κόστος χρηματοδότησής της είναι πιθανό να περιορίσουν την ικανότητά της να παρέχει μέτρα στήριξης, ενώ η ισχυρή δέσμευση της κυβέρνησης Meloni για δημοσιονομική σύνεση ενισχύει επίσης αυτή την άποψη. Όπως και στη Γερμανία, η κύρια πρόκληση από τον πόλεμο θα είναι οι αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία, ιδίως δεδομένης της εξάρτησης της βιομηχανίας από το φυσικό αέριο και του υψηλότερου αναμενόμενου αντίκτυπου στον πληθωρισμό. Πιο πιθανή είναι η λήψη στοχευμένων μέτρων με μηχανισμούς αντιστάθμισης.
Το Βέλγιο, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο παρουσιάζουν υψηλά ελλείμματα και χρέος που υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ. Οι χώρες αυτές διαθέτουν το ελάχιστο περιθώριο για την εφαρμογή πρόσθετων μέτρων, ενώ οι αυξανόμενες χρηματοοικονομικές πιέσεις ενδέχεται να λειτουργήσουν ως σημαντικός περιοριστικός παράγοντας, ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ως εκ τούτου, η Fitch αναμένει μέτρια προγράμματα στήριξης, που θα συνοδεύονται από αντισταθμιστικά μέτρα.
Η τελευταία κρίση επιτείνει τις αυξανόμενες πιέσεις στις δαπάνες στην Ευρώπη – άμυνα, αυξανόμενες δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού, κλιματικές δαπάνες και κόστος τόκων – και αναδεικνύει τους περιορισμούς των αναθεωρημένων δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ, καταλήγει η έκθεση της Fitch.
ΠΗΓΗ: moneyreview.gr


