Κατά τέσσερα χρόνια αύξησε το Εφετείο την ποινή φυλάκισης προσώπου, το οποίο είχε κριθεί ένοχο το 2023 από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού για αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης της ανήλικης θυγατέρας του, κάνοντας κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που διατηρούσε απέναντι στο ανήλικο θύμα. Αρχικά, στον καταδικασθέντα είχε επιβληθεί συντρέχουσα ποινή φυλάκισης έξι ετών για δύο κατηγορίες. Ωστόσο, έπειτα από έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος έκρινε την ποινή έκδηλα ανεπαρκή, το Εφετείο την αύξησε σε συντρέχουσα ποινή δέκα χρόνων φυλάκισης για κάθε κατηγορία. Η ομόφωνη απόφαση του Εφετείου εκδόθηκε τη Δευτέρα, 18 Μαΐου 2026.
Χαρακτηριστικά, στην απόφασή του το Εφετείο αναφέρει πως «σε σχέση με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, έχει δίκαιο ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ότι η ποινή που [το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού] επέβαλε, 6 χρόνια σε κάθε κατηγορία με τις ποινές να συντρέχουν, δεν αντικατοπτρίζει τα όσα καταγράφονται στην απόφασή του [Κακουργιοδικείου]. […] Επιβάλλεται λοιπόν η ποινή, χωρίς να παραγνωρίζονται οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, να αντανακλά πλήρως την ανάγκη προστασίας των ανήλικων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, ιδιαίτερα υπό το φως της ανησυχητικής αύξησης τέτοιων αδικημάτων».
Παραμένουν παράλληλα σε ισχύ τα διατάγματα του πρωτόδικου δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων και η παραπομπή του καταδικασθέντα στην Αρχή Εποπτείας.
Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, την υπόθεση χειρίστηκε η Δικηγόρος της Δημοκρατίας, κα Λουΐζα Σίγαρ.


